Φεβ 26

Η ΑΝΑΜΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κάθε τόσο, μέσα στήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλονται παγκο­σμί­ως καινούργιες ταινίες πού ἀναφέρονται μέ ὑβριστικό τρόπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τόν «Τελευταῖο πειρασμό», τόν «Κώδικα Da Vinci», τήν «Ὥ­ρα τοῦ διαβόλου», καί τόσα ἄλλα. Ἔργα πού βρίζουν μέ χυδαιότητα τόν Κύριό μας καί τόν παρουσιάζουν ὡς ἕνα κοινό ἁμαρτωλό ἄνθρωπο. Καί μάλιστα ἐπιλέγουν τόν κατάλ­ληλο χρόνο γιά νά προβάλλουν τά βλάσφημα καί διεστραμμένα ἔργα τους: λίγο πρίν τή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Γιατί ἄραγε; Γιατί τούς ἐνοχλεῖ τόσο πολύ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ; Γιατί δέν πολεμοῦν τούς ἱδρυτές τῶν ἄλλων θρησκειῶν; Γιατί θέλουν μέ τόση μανία νά πο­λεμήσουν τόν Χριστό μας καί συγκεκριμμένα τήν ἀναμαρτησία του; Διότι ἡ ἀναμαρ­τησία τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ τέλεια καί ἅγια ζωή του, εἶναι ἕνα ἀτράνταχτο στοιχεῖο πού μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Χριστός μας δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι ἄν ὁ Χριστός εἶναι Θεός, τότε θά πρέπει νά ζοῦμε ὅπως Ἐκεῖνος θέλει. Αὐτό ὅμως δέν τό θέλουν. Γι’ αὐτό καί τόν πολεμοῦν.

Ὁ Κύριος δέν δίδαξε ἁπλῶς ἀλήθειες ὑψηλές καί ὑπερκόσμιες ἀλλά καί τίς ἔζησε. Ὑπῆρξε δηλαδή ὁ τελείως ἅγιος καί τελείως ἀναμάρτητος. Οἱ ἱδρυτές τῶν θρησκειῶν καί πολλοί φιλόσοφοι εἶπαν καί κάποιες ἀλήθειες σοφές, ἀλλά δέν τίς ἔζησαν. Ὁ Χριστός εἶ­πε ἀλήθειες τίς ὁποῖες καί ἔζησε ἐξ ὁλοκλήρου. Ναί, ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἦταν ἕνας κα­λός ἄνθρωπος, δέν ἦταν ὁ καλύτερος τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ἦταν μόνο ὁ καλύτερος καί ἁγι­ότερος ὅλων τῶν Ἁγίων καί τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Ἰη­σοῦς Χριστός ἦταν τό κάτι ἄλλο. Ἦταν ὁ μοναδικός Ἅγιος, ὁ Τέλειος. Οἱ ἄλλοι Ἅγιοι, δέν εἶναι τίποτε συγκρινόμενοι μέ τόν Χριστό μας. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ τελείως ἀναμάρ­τη­τος. Εἶναι ὁ μόνος γιά τόν ὁποῖο λέχθηκε ὅτι «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α´ Πέτρ. β´22).

Καί ἦταν ἀναμάρτητος, διότι ἦταν Θεός ἀληθινός. Διαβάζοντας τήν Καινή Διαθήκη μένουμε κατάπληκτοι μπροστά στό μεγαλεῖο τῆς τελειότητος τοῦ Κυρίου μας.

Ἀπό τίς πρῶτες σελίδες τῶν Εὐαγγελίων διαβάζουμε γιά τήν τέλεια ἁγιότητα τοῦ Χρι­στοῦ καί πρίν γεννηθεῖ. Θυμηθεῖτε τί εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ πρός τήν Παρθένο, ὅταν τῆς ἀνήγγειλε ὅτι θά γεννήσει υἱό· (Λουκ. α´ 35). Τό παιδίον πού θά γεννηθεῖ ἀπό σένα, Μαρία, θά εἶναι ἀπολύτως ἅγιο καί ἀναμάρτητο. Θά ἀναγνωρισθεῖ ὡς υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιά κανένα δέν λέχθηκε κάτι παρόμοιο, παρά μόνο γιά τόν Χριστό μας, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ἀπό τό προπατορικό ἀκόμη ἁμάρτημα τελείως ἀπαλλαγμένος.

Λέει ἐπίσης τό Εὐαγγέλιο: «Τό δέ παιδίον ηὔξανε καί ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σο­­φίας, καί χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό» (Λουκ. β´ 40).

Ὅταν ὁ Χριστός μας ἔφθασε σέ ἡλικία τριάντα ἐτῶν καί προκειμένου ν᾿ ἀρχίσει τό δη­μόσιο ἔργο του, πηγαίνει στόν Ἰορδάνη ποταμό γιά νά βαπτισθεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη. Καί ὁ Τί­μιος Πρόδρομος τί αἰσθάνεται, ὅταν ἀντικρύζει τό Χριστό μας; Τόν θεωρεῖ τόν κατ᾿ ἐξο­χήν ἀναμάρτητο. Καί ὅταν ὁ Χριστός μας τοῦ ζητᾶ νά τόν βαπτίσει, ὁ Πρόδρομος ἀρνεῖ­ται. Τί βλέπουμε ἐδῶ; Ὅτι γιά τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο ὁ Χριστός μας ἦταν ὁ τελείως ἀναμάρτητος. Κι ὅταν ὁ Κύριος βαπτίζεται στόν Ἰορδάνη, «ἀνέβη εὐθύς ἀπό τοῦ ὕδατος» διότι δέν εἶχε ἀπολύτως καμμία ἁμαρτία νά ἀναφέρει στόν Βαπτιστή του.

Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ μας μένουν κοντά του τρία χρόνια, στίς χαρές καί τίς λύ­πες, μέρα νύχτα εἶναι κοντά του. Τόν εἶδαν, τόν πρόσεξαν, τόν παρακολούθησαν λεπτομε­ρῶς, κάθε λόγο Του, κάθε ἐνέργεια, κάθε πράξη, κάθε κίνηση. Δέν τούς ξέφυγε τίποτε. Καί τί γνώμη σχημάτισαν γιά τό Δάσκαλό τους οἱ μαθητές; «Ἁμαρτίαν», θά γράψουν ἀρ­γό­τερα, «οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α´ Πέτρ. β´ 22). Δέν ἔκανε καμμιά ἁμαρτία, οὔτε μικρός δόλος στό στόμα του, λέξις ἀπρεπής δέ βρέθηκε. Χα­ρακτηρίζεται ὡς «μή γνούς ἁμαρτίαν» (Β´ Κορ. ε´ 21).

Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι τήν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ μας καί τήν ἀναμαρτησία του τήν ὁμολόγησαν κι αὐτοί πού ἦταν ἄσπονδοι ἐχθροί του.

Ἰούδας πρῶτος, ὁ προδότης, «μεταμεληθείς», ἀφοῦ δηλαδή συναισθάνθηκε τό ἁ­μάρ­τημά του, «ἀπέστρεψε τά τριάκοντα ἀργύρια» στούς Ἀρχιερεῖς λέγοντάς τους «ἥμαρ­τον παραδούς αἷμα ἀθῶον». Ἁμάρτησα, τούς λέει. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀθῶος, ἅγιος.

  • Τό Συνέδριο ὅταν δίκαζε τόν Χριστό μας, ψάχνει καί δέν βρίσκει μιά κατηγορία ἐναντίον του. Ἀναζητᾶ ψευδομάρτυρες, καί τίποτε. Φαίνεται καθαρά ἡ ἀθωότητά του.

  • Πιλᾶτος. Ἀνακρίνει τόν Χριστό, ψάχνει ἀπό δῶ, ἐρευνᾶ ἀπό κεῖ, ἀλλά δέν βρί­σκει τίποτε ἐνοχοποιητικό γι’ Αὐτόν, καί στό τέλος ζητᾶ μιά λεκάνη νερό καί κεῖ πλέ­νοντας τά χέρια του λέει· «ἀθῶός εἰμι ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου» (Ματθ. κζ´ 24).

  • ληστής. Σταυρώνονται μέ τόν Ἰησοῦ καί οἱ δυό κακοῦργοι λη­στές. Ὁ ἕνας ἀπό τούς δυό ληστές κατάπληκτος μπροστά στή γαλήνη καί τήν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ μας, ἐπιπλήττει τόν ἄλλο ληστή. Καί τί τοῦ λέει; Δέν φοβᾶσαι τόν Θεό; Καί μεῖς δίκαια πάσχουμε· μά αὐτός ὁ Ἰησοῦς δέν ἔκανε κανένα κακό. Τί συγκινητικά πράγ­ματα! Ἕνας ληστής, ἕνας κακοῦργος καί φονιᾶς νά ἀναγνωρίζει τόν Χριστό μας ἅγιο, Κύριο καί Θεό τοῦ οὐρανοῦ.

  • λαός. Καί ὁ λαός ἀναγνώρισε τήν ἀνα­μαρ­τησία καί τέλεια ἁγιότητα τοῦ Ἰησοῦ, γιατί ὅταν σταύρωσαν τόν Χριστό μας ἦταν πλῆθος λαοῦ πού στέκονταν κάτω ἀπό τό Σταυρό. Τόν περιέπαιζαν. Ὅταν ὅμως ἄκουσαν τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ γιά τούς σταυρωτές, ὅταν εἶδαν τό σεισμό καί τό σκοτάδι μέ τό θάνατο τοῦ ἀναμαρτήτου Ἰησοῦ, τότε ὁ λαός ἐκεῖνος κατάλαβε τό ἔγκλημά του. Καί τί ἔκανε; «Τύπτοντες ἑαυτῶν τά στήθη ὑπέστρεφον» (Λουκ. κγ´ 48).

  • Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, τό ἀποκορύφωμα ὅλων. Ὁ ἀξιωματικός, ὁ ἀρ­χη­γός τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, εἶδε τήν ἁγία μορφή τοῦ Ἰησοῦ, τήν πραότητά του, τήν ἀνεξικακία του, εἶδε τόν σεισμό καί τό σκοτάδι. Εἶδε… καί τελικῶς δέν ἄντεξε ὁ σκλη­ρός Ρωμαῖος ἀξιωματικός. Συγκλονισμένος φώναξε· «Ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δί­καιος ἦν» (Λουκ. κγ´ 47). Αὐτός πού σταυρώσαμε ἦταν ἅγιος καί υἱός τοῦ Θεοῦ.

Τό σπουδαιότερο ὅμως εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ Ἰησοῦ. Κάθε ἄνθρωπος ὅσο προκόβει στήν ἀρετή καί προχωρεῖ στό καλό, τόσο καί περισ­σό­τερο βλέπει στόν ἑαυτό του ἐλλείψεις καί ἐλαττώματα καί ζητᾶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπό­στολος Παῦλος, ὅταν ἔφθασε σέ τέτοια ἁγιότητα, πού «ἁρπάχθηκε» μάλιστα καί ζω­ντανός στόν Παράδεισο, τότε ἀκριβῶς εἶχε τήν πιό ταπεινή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του. Τί εἶ­πε; Ὁ Χριστός ἦλθε νά σώσει στόν κόσμο τούς ἁμαρτωλούς, καί πρῶτος ἀπό τούς ἁμαρ­τω­λούς εἶμαι ἐγώ. Ἀκοῦτε; Ὁ Παῦλος θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὄχι ἁπλῶς ἁμαρτωλό, ἀλλά πρῶτο ἀπό τούς ἁμαρτωλούς. Αὐτή εἶναι ἡ γνησία ἁγιότητα. Τό ἴδιο καί οἱ Ἅγιοι καί οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔκλαιγαν γιά τίς ἁμαρτίες τους.

Μόνο ὁ Χριστός εἶπε στούς ἐχθρούς του: Ποιός ἀπό σᾶς μπο­ρεῖ νά μέ ἐλέγξει γιά ἁμαρτία; (Ἰω. η´ 46). Κανένας, κανένας δέν βρῆκε ψεγάδι, κανένας! Ναί. Καί κανένας δέν βρέθηκε μέχρι σήμερα νά βρεῖ τό παραμικρό στόν Χριστό. «Οὐκ ἀφῆκέ με μόνον ὁ πατήρ, ὅτι ἐγώ τά ἀρεστά αὐτῷ ποιῶ πάντοτε» (Ἰω. η´ 29) εἶπε ὁ Χρι­στός μας. Ἤ καί τό ἄλλο· «ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων», ὁ διάβολος δηλαδή, καί δέν βρίσκει σέ μένα τόπο καί θέση, δηλαδή τό παραμικρό δέν βρίσκει γιά νά μέ πειράξει, δέν μπορεῖ. Ποτέ ὁ Χριστός δέν ζητᾶ συγγνώμη ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα, διότι ποτέ δέν ἁμάρ­τησε. Ἀντίθετα θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἴσο μέ τόν Πατέρα του, ἴσο μέ τόν Θεό Πατέρα, Θεό ἀληθινό. Ναί, μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀναμάρτητος.

Καί τό συμπέρασμα βγαίνει μόνο του. Ὁ Χριστός εἶναι Θεός καί ἑπομένως ἀναμάρτητος. Εἶναι φῶς ἐκ φωτός, Θεός ἀλη­θι­νός.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.